Η συζήτηση για το «πρόσωπο» στα ακίνητα ως προϋπόθεσης για την οικοδομησιμότητά τους δεν είναι ασφαλώς καινούργια. Εντάθηκε ωστόσο τα τελευταία έτη εξαιτίας της έκδοσης αποφάσεων του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας με τις οποίες αποσαφηνίζονται τα σχετικά ζητήματα. Επισημαίνεται ότι οι κρίσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι, κατ’ αρχήν, δεσμευτικές για τη Διοίκηση, αφού το Δικαστήριο επιλύει τελικά τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν. Άλλωστε, ποιος θα αναλάμβανε τον κίνδυνο να οικοδομήσει σε ακίνητο που το Σ.τ.Ε. κρίνει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της οικοδομησιμότητας, ακόμη και όταν η Διοίκηση (Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων) χορηγεί την οικοδομική άδεια, σε αντίθεση με όσα κρίνονται με τις αποφάσεις του; Πράγματι, ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει ότι δεν θα προσβάλλει κάποιος τρίτος την οικοδομική άδεια ή, ακόμη, ότι η ίδια η Διοίκηση δεν θα προβεί στο μέλλον σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας, με συνέπεια να καθίσταται το κτίριο αυθαίρετο και κατεδαφιστέο. Όταν λέμε ότι ένα ακίνητο έχει «πρόσωπο» εννοείται ότι διαθέτει κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά οικοδομήσιμο, εφόσον ο δρόμος αυτός, είναι αναγνωρισμένος ως εθνικός, επαρχιακός, δημοτικός ή κοινοτικός (πλην των αγροτικών, που αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις). Ζήτημα υπάρξεως ή μη προσώπου δεν τίθεται, κατ’ αρχήν, για τα εντός σχεδίου ακίνητα, εφόσον οι δρόμοι προβλέπονται κατά τρόπο ειδικό και σαφή στα οικεία ρυμοτομικά σχέδια. Προβλέπεται μάλιστα ότι για να είναι οικοδομήσιμα τα εντός ορίων οικισμού ακίνητα πρέπει να έχουν πρόσωπο σε νομίμως υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο, πλάτους κατά κανόνα τουλάχιστον 4 μέτρων, ο οποίος εφάπτεται της μιας πλευράς των ορίων του ακινήτου καθ’ όλο της το μήκος. Επομένως, για τα εντός σχεδίου ακίνητα, ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προβλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Κατ’ εξαίρεση, πάντως, από τον κανόνα αυτό, γίνεται δεκτή η διατήρηση κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν με ιδιωτική βούληση πριν την 01.06.1924, ενώ η Διοίκηση διαπιστώνει εάν η εδαφική λωρίδα έχει πράγματι αφεθεί στην κοινή χρήση, πριν την ως άνω ημερομηνία. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις αυτές, κατά τις οποίες υφίστατο κατά την 01.06.1924 ιδιωτική οδός η αναγνώρισή της είναι δυνατή μόνον αν η οδός αυτή δεν έχει καταργηθεί από το σχέδιο πόλης που ακολούθησε (βλ. Σ.τ.Ε. 546/2026). Ουσιωδώς διαφορετικά είναι τα πράγματα στην περίπτωση των εκτός σχεδίου ακινήτων. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να είναι οικοδομήσιμο το ακίνητο επιβάλλεται να έχει πρόσωπο σε δρόμο ο οποίος να υφίσταται νόμιμα και όχι να έχει προκύψει από ιδιωτική βούληση. Ως δρόμοι νοούνται εν προκειμένω διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδοί, αναγνωρισμένες με πολιτειακή πράξη στο πλαίσιο καθορισμού του οδικού δικτύου, σε επίπεδο τουλάχιστον Ο.Τ.Α. (Σ.τ.Ε. 176/2023 Ολομ., 1206/2023, 962/2018 7μ., 848/2018 7μ., 665/ 2018 7μ., 4046/2015 7μ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1295/2024 7μ, 629/2022, 2529/2020, 302/2017). Εξάλλου, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τρόπον ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο (Σ.τ.Ε. 1779/2025, 176/2023 Ολομ., 2709/2018 κ.ά.). Επομένως, ούτε η παραχώρηση εδαφικής λωρίδας από τον ιδιοκτήτη, ούτε ο καθορισμός ζώνης παραλίας αρκούν για να προσδώσουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) (Σ.τ.Ε. 1779/2025). Περαιτέρω, όπως κρίθηκε προσφάτως από το Σ.τ.Ε. το ζήτημα της υπάρξεως ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υποθέσεως, με κίνδυνο εκδόσεως αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να επιλύεται με την έκδοση πολιτειακής πράξης ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού, ειδικότερα δε, είτε α) με την έκδοση προεδρικού διατάγματος καθορισμού του οδικού δικτύου επιπέδου τουλάχιστον Ο.Τ.Α., κατ’ αναλογία των ισχυόντων επί αναγνωρίσεως εθνικών και επαρχιακών οδών (βλ. άρθ. 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2 του ν. 3155/1955, αντιστοίχως), εν συνεχεία δε, προκειμένου περί εντοπισμένων ρυθμίσεων, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό σχεδιασμό οργάνου, πλην αν πρόκειται περί προστατευόμενων περιοχών, οπότε απαιτείται π.δ., είτε β) με την ενσωμάτωσή της σε ευρύτερο σχεδιασμό, θεσπιζόμενο με πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνου. Πάντως, μέχρι την κατά τα ανωτέρω ολοκλήρωση του συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός ευλόγου χρόνου, είναι ανεκτή η κατά περίπτωση αναγνώριση δημοτικών κ.λ.π. οδών με πράξη του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού (Σ.τ.Ε. 932/2025). Τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν, ενόψει των ανωτέρω, ειδικώς για τα εκτός σχεδίου ακίνητα είναι εν προκειμένω δυο: α) Εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι κανονιστικές πράξεις που θα καθορίζουν τη διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, αλλά ούτε έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 28 παρ. 19 του ν. 4280/2014 προεδρικό διάταγμα για τον καθορισμό της έννοιας «κοινόχρηστος δρόμος», μπορούν να εκδοθούν νόμιμες οικοδομικές άδειες για ακίνητα τα οποία διαθέτουν μεν πρόσωπο σε δρόμο, πλην όμως ο εν λόγω δρόμος δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη ως δημοτικός ή ως κοινοτικός; Σημειωτέον δε ότι το Σ.τ.Ε. έκρινε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να χαρακτηρίσει έναν δρόμο ως δημοτικό ή κοινοτικό, ούτε να βεβαιώσει απλώς περί τούτου (Σ.τ.Ε. 932/2025). Κατά την ορθότερη άποψη, η παράλειψη επί σειρά ετών της Διοίκησης να εκδώσει τις πράξεις αυτές για την αναγνώριση των δρόμων είναι παράνομη, αφού προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν τόσο τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό (άρθρο 24 παρ. 2 Συντ.), όσο και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία (άρθρο 17 Συντ.), δεδομένου ότι εξαιτίας της παράλειψης αυτής οι ιδιοκτήτες των ακινήτων δεν δύνανται να τα οικοδομήσουν με συνέπεια να τελούν, ανεπιτρέπτως, σε κατάσταση ιδιότυπης ομηρείας. Για τον λόγο αυτόν δύναται να προσβάλλουν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την παράνομη αυτή παράλειψη της Διοίκησης, διεκδικώντας παράλληλα αποζημιώσεις. β) Επιπλέον, γεννάται ουσιώδες ζήτημα αναφορικά με την τύχη των οικοδομικών αδειών που έχουν ήδη εκδοθεί για ακίνητα τα οποία αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι δεν διαθέτουν πρόσωπο σε δρόμο και, συνεπώς, δεν είναι οικοδομήσιμα, με συνέπεια να γεννάται, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοικήσεως να τις ανακαλέσει. Στην περίπτωση αυτή, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου για το οποίο ανακλήθηκε η οικοδομική άδεια διαθέτει εργαλεία άμυνας: α) Την -υπό όρους- επίκληση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες αποκλείουν την ανατροπή πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν καλοπίστως υπέρ τους, με συνέπεια να καθίσταται μη νόμιμη η ανάκληση της οικοδομικής άδειας και β) η έγερση αγωγής αποζημιώσεως κατά των Δήμων που εξέδωσαν τις εν λόγω οικοδομικές άδειες, τις οποίες εν συνεχεία ανακάλεσαν. Συνοψίζοντας, η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το «πρόσωπο» των ακινήτων ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την οικοδομησιμότητά τους, επαναφέρει μια ακόμη χρόνια παθογένεια της Διοικήσεως, που καθιστά τους ιδιοκτήτες τους δέσμιους των αντιφάσεων και των παλινωδιών της, με χαρακτηριστικότερη την (ευθέως παράνομη) παράλειψή της να εκδώσει τις αναγκαίες κανονιστικές ρυθμίσεις για την αναγνώριση των δρόμων ως δημοτικών ή κοινοτικών, με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια και ανασφάλεια δικαίου τόσο στους ιδιοκτήτες, όσο και στις ίδιες τις Πολεοδομικές Αρχές, οι οποίες καλούνται να εξετάσουν αιτήματα για έκδοση (πλέον προέγκριση) οικοδομικών αδειών ή να χορηγήσουν βεβαιώσεις οικοδομησιμότητας των εν λόγω ακινήτων. Η ασάφεια αυτή υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες να προβούν, έως την οριστική άρση της, σε δικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους. Πηγή: B2green.gr
View full Άρθρου