Η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD) θέτει συγκεκριμένα ορόσημα: μείωση της μέσης χρήσης πρωτογενούς ενέργειας στο οικιστικό απόθεμα κατά τουλάχιστον 16% έως το 2030 και κατά 20% έως 22% έως το 2035, σε σύγκριση με το 2020. Το 55% αυτής της μείωσης καλείται να προέλθει από το ενεργειακά χειρότερο 43% των κτιρίων. Παρά τη φημολογία που προηγήθηκε, το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν περιλαμβάνει οριζόντιες απαγορεύσεις μίσθωσης ή πώλησης ακινήτων χαμηλής κλάσης, ούτε υποχρεώνει αυτοτελώς κάθε κατοικία να φτάσει την κατηγορία Ε ή D εντός αυτών των προθεσμιών. Η υποχρέωση αφορά τον εθνικό μέσο όρο. Στην πράξη, ωστόσο, η επίτευξη αυτών των δεικτών στην Ελλάδα προσκρούει στη φυσική κατάσταση των ακινήτων και στη διαθέσιμη ρευστότητα των νοικοκυριών. Ποιους στόχους καλείται να καλύψει το ελληνικό κτιριακό δυναμικό;Σχεδόν το 65% των κτιρίων κατοικίας στην Ελλάδα κατασκευάστηκε πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, δηλαδή πριν από την εφαρμογή του πρώτου Κανονισμού Θερμομόνωσης. Ο πυρήνας των συναλλαγών στα μεγάλα αστικά κέντρα αφορά διαμερίσματα σε πολυκατοικίες των δεκαετιών 1960–1980. Πρόκειται για κτίρια χωρίς θερμοδιακοπτόμενα κουφώματα, χωρίς μόνωση στο κέλυφος ή στο δώμα, με παρωχημένα συστήματα κεντρικής θέρμανσης που συχνά έχουν τεθεί σε αχρηστία. Η αναβάθμισή τους δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια, αλλά προϋπόθεση για τη βελτίωση του εθνικού ισοζυγίου ενέργειας. Ποιος χρηματοδοτεί το κόστος επέμβασης;Η εμπορική αξία ενός ακινήτου δεν ταυτίζεται με τη ρευστότητα του ιδιοκτήτη του. Ένα διαμέρισμα των 150.000 ή 200.000 ευρώ στην Αθήνα συχνά ανήκει σε νοικοκυριά που αδυνατούν να καλύψουν δαπάνες της τάξης των 15.000 έως 30.000 ευρώ για εκτεταμένες παρεμβάσεις. Τα χρηματοδοτικά προγράμματα έχουν δώσει ανάσες, αλλά με χρονικούς και τραπεζικούς περιορισμούς: Το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» παρείχε άτοκα δάνεια 5.000–25.000 ευρώ, με την περίοδο υποβολής αιτήσεων να έχει ολοκληρωθεί στις 31 Μαΐου 2026. Ο τραπεζικός δανεισμός απαιτεί πιστοληπτική ικανότητα, κριτήριο που αποκλείει σημαντικό τμήμα των ιδιοκτητών χαμηλού ή μεσαίου εισοδήματος. Οι επιδοτήσεις καλύπτουν συνήθως μέρος του κόστους, αφήνοντας ένα σημαντικό ποσό ιδιωτικής συμμετοχής. Χωρίς σταθερούς, πολυετείς μηχανισμούς στήριξης και στοχευμένα φορολογικά κίνητρα, η συμμόρφωση μετατρέπεται σε οικονομικό αδιέξοδο. Προκλήσεις στην τεχνική υλοποίηση και τη διαχείριση πολυκατοικιώνΗ εφαρμογή ενεργειακών παρεμβάσεων στην Ελλάδα αντιμετωπίζει δομικά εμπόδια που υπερβαίνουν την απλή αλλαγή κουφωμάτων: Θεσμικό πλαίσιο συνιδιοκτησίας: Η εγκατάσταση εξωτερικής θερμοπρόσοψης ή η μόνωση της ταράτσας απαιτεί αποφάσεις γενικής συνέλευσης με αυξημένες πλειοψηφίες, βάσει των κανονισμών πολυκατοικίας. Οι διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και προτεραιότητες των συνιδιοκτητών οδηγούν συχνά σε αδράνεια. Αποσπασματικές παρεμβάσεις: Η μεμονωμένη ενεργειακή αναβάθμιση ενός διαμερίσματος (π.χ. αντλία θερμότητας, ενεργειακά τζάμια) βελτιώνει το μικροκλίμα του χώρου, αλλά αφήνει το κτιριακό κέλυφος ευάλωτο, περιορίζοντας τη συνολική εξοικονόμηση. Έλλειψη εργαλείων συλλογικής χρηματοδότησης: Το τραπεζικό σύστημα δεν διαθέτει ευέλικτα προϊόντα δανειοδότησης που να απευθύνονται απευθείας στο νομικό πρόσωπο της πολυκατοικίας (μέσω του ΑΦΜ διαχείρισης), απαιτώντας ατομικές εγκρίσεις για κάθε ένοικο. Τεχνικά όρια ηλεκτρικών δικτύων: Η μαζική αντικατάσταση συστημάτων ορυκτών καυσίμων με ηλεκτρικές αντλίες θερμότητας επιβαρύνει το τοπικό δίκτυο διανομής, απαιτώντας συχνά αναβαθμίσεις ισχύος που δεν είναι άμεσα εφικτές. Πώς διαμορφώνονται οι αξίες και η αγορά των ενοικίων;Η κτηματαγορά κινείται ήδη προς ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων κατέγραψαν ετήσια άνοδο 5,5%, μετά από αύξηση 8,3% το 2025. Σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών: Τα ακίνητα υψηλής ενεργειακής κλάσης αποτιμώνται με premium, καθώς προσφέρουν άμεση εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους. Τα μη αναβαθμισμένα ακίνητα υφίστανται πίεση στη διαπραγμάτευση, καθώς οι αγοραστές αφαιρούν το εκτιμώμενο κόστος ανακαίνισης από την αρχική προσφορά. Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στα μισθώματα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του εισοδήματός τους για στέγαση (έναντι 19% στην ΕΕ). Το 2025, το 26,4% του πληθυσμού δαπανούσε πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη. Όταν ένας ιδιοκτήτης επενδύει σημαντικά κεφάλαια για ανακαίνιση, επιδιώκει την απόσβεσή τους μέσω αυξημένου μισθώματος. Αντίθετα, όσοι αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες εργασίες κινδυνεύουν να αποσύρουν τα ακίνητα από τη μακροχρόνια μίσθωση, περιορίζοντας περαιτέρω την προσφορά. Η σύνδεση της ενεργειακής πολιτικής με τη στεγαστική πολιτική αποτελεί κρίσιμη παράμετρο. Χωρίς διαρκή κρατική αρωγή για τη συγκράτηση του κόστους μετάβασης, η ανάγκη για αποδοτικότερα κτίρια θα συνεχίσει να συγκρούεται με την προσβασιμότητα στη στέγη. Η ουσία της είδησηςΗ προσαρμογή του παλαιού κτιριακού αποθέματος στους ευρωπαϊκούς ενεργειακούς στόχους απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, τα οποία μεγάλο μέρος των ιδιοκτητών αδυνατεί να καλύψει χωρίς σταθερά χρηματοδοτικά κίνητρα. Χωρίς ρυθμίσεις για τη συλλογική αναβάθμιση των πολυκατοικιών, η διαδικασία παραμένει αποσπασματική και εντείνει τη στεγαστική πίεση στην αγορά. Πηγή: B2green.gr
View full Άρθρου