Νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας θέτει σε αμφισβήτηση τις παλαιές οικοδομικές άδειες, ακόμη και άνω των 40 ετών, που εκδόθηκαν και υλοποιήθηκαν κανονικά σε μία περίοδο άνω των τριών δεκαετιών από το 1975 έως το 2011, ως αυτοτελές τεκμήριο για την εξαίρεση ακινήτου από κυρωμένο δασικό χάρτη. Τα νέα δεδομένα για ακίνητα με παλιές οικοδομικές άδειες δημιουργεί η απόφαση του ΣτΕ 1157/2026, η οποία αφορά ακίνητο στην περιοχή της Παλλήνης, όπου υπήρχε οικοδομή ανεγερθείσα βάσει οικοδομικής άδειας του 1977. Η ιδιοκτήτρια προσέφυγε κατά της κύρωσης του δασικού χάρτη, στον οποίο η επίδικη έκταση είχε καταχωριστεί ως ΔΑ, δηλαδή εκχερσωμένη δασική έκταση. Η νέα απόφαση του ΣτΕ ναι μεν δικαίωσε ιδιοκτήτρια στην Παλλήνη απέναντι στον κυρωμένο δασικό χάρτη, αλλά ταυτόχρονα ανοίγει ένα κρίσιμο ζήτημα για χιλιάδες ιδιοκτήτες στους δασικούς χάρτες, καθώς ξεκαθαρίζει ότι το γεγονός ότι το Δημόσιο εξέδωσε μία οικοδομική άδεια πριν από 40 ή 45 χρόνια δεν αρκεί από μόνο του για να κλείσει σήμερα το δασικό ζήτημα. Ο νέος κανόνας που διατυπώνει η νέα απόφαση του ΣτΕ αφορά τις οικοδομικές άδειες μετά την 11η Ιουνίου 1975 και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4030/2011. Πρόκειται δηλαδή για μία περίοδο άνω των τριών δεκαετιών, μέσα στην οποία εκδόθηκε μεγάλος αριθμός οικοδομικών αδειών, πολλές σε εκτός σχεδίου περιοχές, που σήμερα εμπίπτουν στους κυρωμένους δασικούς χάρτες και ανοίγει θέμα για τον δασικό χαρακτηρισμό αλλά και για τη νομιμότητα των οικοδομικών αδειών χιλιάδων ιδιοκτησιών σε όλη τη χώρα. ΣτΕ: «οι οικοδομικές άδειες δεν αρκούν από μόνες τους» «Οι άδειες αυτές, εφόσον έχουν εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 […] δεν αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν αυτοθρόως νόμιμες τις επεμβάσεις που έχουν λάβει χώρα σε δασική έκταση», λέει συγκεκριμένα η νέα απόφαση του ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι μετά τη συνταγματική τομή του 1975, η έκδοση μιας οικοδομικής άδειας από πολεοδομική αρχή δεν αρκεί μόνη της για να υπερκεράσει τη δασική προστασία. Το ΣτΕ συνδέει τη θέση αυτή με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει τη μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός εάν συντρέχουν οι συνταγματικά προβλεπόμενες εξαιρετικές προϋποθέσεις. Απαιτείται πλήρης απόδειξη του διοικητικού υποβάθρουΑπαιτείται, όπως αναφέρει η νέα απόφαση του ΣτΕ, «η συνεκτίμηση και άλλων στοιχείων και δεδομένων», τα οποία οφείλει να επικαλεστεί και να προσκομίσει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης ενώπιον του Δικαστηρίου, υπογραμμίζοντας ως δύο κρίσιμα στοιχεία τα οποία πρέπει να συνοδεύουν την οικοδομική άδεια ως τεκμήριο εξαίρεσης του ακινήτου από τον κυρωμένο δασικό χάρτη ότι αυτά είναι: -«Η χορήγηση των οικοδομικών αδειών μετά από έκδοση βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης». Και «η τήρηση των όρων αρτιότητας σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς κατά τον χρόνο έκδοσης της σχετικής άδειας». Αυτό σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι έχει μία άδεια, αλλά και ότι η άδεια στηρίχθηκε σε νόμιμο και επαρκές διοικητικό υπόβαθρο. Κρίσιμη η βεβαίωση της δασικής υπηρεσίαςΗ πρώτη κρίσιμη απόδειξη είναι η θέση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας. Η νέα απόφαση του ΣτΕ αναφέρει ρητά, ως ενδεικτικό στοιχείο, τη χορήγηση της άδειας κατόπιν βεβαίωσης της δασικής υπηρεσίας περί μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο ένα συγκεκριμένο έγγραφο μπορεί να αποδείξει τον μη δασικό χαρακτήρα. Η απόφαση χρησιμοποιεί τη λέξη «ενδεικτικώς», αφήνοντας χώρο και για άλλες διοικητικές πράξεις ή στοιχεία. Καθίσταται όμως σαφές ότι ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην πολεοδομική άδεια, αλλά χρειάζεται να αποδεικνύει ποια ήταν η θέση της δασικής διοίκησης για την έκταση εκείνη την εποχή. Βεβαίωση Πολεοδομίας για τη νομιμότητα της άδειας και την αρτιότηταΤο δεύτερο σκέλος της νέας απόφασης του ΣτΕ αφορά την ίδια την πολεοδομική νομιμότητα της άδειας. Το ΣτΕ ζητεί να ελέγχεται εάν είχαν τηρηθεί οι όροι αρτιότητας σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε, όταν εκδόθηκε η άδεια. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται βεβαίωση ή άλλο διοικητικό στοιχείο από την Πολεοδομία, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο πληρούσε τις τότε προϋποθέσεις αρτιότητας και ότι η άδεια εξακολουθεί να είναι ισχυρή. Στη συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης που εκδίκασε το ΣτΕ και δικαίωσε την ιδιοκτήτρια υπήρχε πράγματι σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης . Πως δικαιώθηκε στον δασικό χάρτη η ιδιοκτήτρια στην υπόθεση της ΠαλλήνηςΣτη συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης, που εκδίκασε το ΣτΕ και δικαίωσε την ιδιοκτήτρια, το δικαστήριο συνεκτίμησε τρία βασικά στοιχεία, τα οποία είναι: ♦ Πρώτον, η ύπαρξη της οικοδομικής άδειας που είχε εκδοθεί νομίμως το 1977. ♦ Δεύτερον, έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Παλλήνης, από το οποίο προέκυπτε ότι η άδεια «δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί» και ότι είχαν τηρηθεί οι όροι αρτιότητας για την έκδοσή της. ♦ Τρίτον, έγγραφα του Δασαρχείου Πεντέλης, από τα οποία διαπιστωνόταν καταρχήν ότι η επίδικη έκταση «δεν φέρει δασικό χαρακτήρα». Η απόφαση αναφέρει ρητά ότι από το περιεχόμενο των στοιχείων που προσκομίστηκαν «κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης» κατά το μέρος που αφορούσε τον χαρακτηρισμό της έκτασης ως ΔΑ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι πέραν ύπαρξη της οικοδομικής άδειας το σύνολο των διοικητικών στοιχείων ήταν τέτοιο, ώστε να καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της καταχώρισης του συγκεκριμένου ακινήτου στο κυρωμένο δασικό χάρτη ως «Δασικό Ακίνητο». Προσφυγή στο ΣτΕ, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίρρηση στον δασικό χάρτηΣτην συγκεκριμένη υπόθεση της Παλλήνης, που εκδίκασε το ΣτΕ, έκρινε και το γεγονός ότι από την ιδιοκτήτρια πριν προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο δεν είχε υποβληθεί αντίρρηση στον Δασικό Χάρτη, προσκομίζοντας την οικοδομική άδεια του 1977 και τις βεβαιώσεις του Δασαρχείου και της Πολεοδομίας. Το ΣτΕ δέχθηκε ότι η μη προσκόμισή τους ήταν καταρχήν δικαιολογημένη, λόγω της «εύλογης πεποίθησης της αιτούσας» ότι, εξαιτίας ιδίως της ύπαρξης της οικοδομικής άδειας, η έκταση δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στον δασικό χάρτη. Παράλληλα όμως η απόφαση του δικαστηρίου υπογραμμίζει ότι η διαδικασία των αντιρρήσεων είναι σημαντική και εξηγεί με σαφήνεια πότε οι αντιρρήσεις είναι αναγκαίες. Στις αντιρρήσεις κρίνονται τα τεχνικά στοιχεία βλάστησηςΗ νομοθετική πρόβλεψη των αντιρρήσεων κατά του αναρτημένου δασικού χάρτη έχει, σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, συγκεκριμένο σκοπό, ώστε να μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης να αμφισβητήσει τον δασικό χαρακτήρα συγκεκριμένης έκτασης ενώπιον ειδικού οργάνου με τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις. Στο στάδιο αυτό μπορούν να υποβληθούν και να αξιολογηθούν τεχνικής φύσεως ισχυρισμοί, όπως φωτοερμηνείες, αεροφωτογραφίες και δεδομένα σχετικά με τη βλάστηση. Εάν οι αντιρρήσεις απορριφθούν, η αιτιολογία της απόρριψής τους μπορεί στη συνέχεια να ελεγχθεί από το ΣτΕ, έκρινε το δικαστήριο θέτοντας συγκεκριμένους περιορισμούς για τη δικαστική επανεξέταση της υπόθεσης . Χωρίς αντιρρήσεις δεν εξετάζονται αργότερα φωτοερμηνείεςΕάν ο ιδιοκτήτης δεν ασκήσει αντιρρήσεις, μπορεί μεν να προσβάλει δικαστικά την κύρωση, αλλά δεν μπορεί τότε να εισαγάγει για πρώτη φορά τεχνικούς ισχυρισμούς που έπρεπε να είχαν εξεταστεί από την Επιτροπή Αντιρρήσεων κρίνει η νέα απόφαση του ΣτΕ. Και αναφέρει ότι δεν είναι παραδεκτή η επίκληση στοιχείων τεχνικής φύσεως σχετικών με τη βλάστηση και κατονομάζει ειδικά «εκθέσεις φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών κ.λπ.», δίνοντας το μήνυμα ότι η άσκηση αντιρρήσεων από τους ιδιοκτήτες αποτελεί κρίσιμη και καθοριστική διαδικασία για την αμφισβήτηση του δασικού χαρακτηρισμού ακινήτου στον δασικό χάρτη. Πότε και πως γίνεται προσφυγή και τι αποφασίζει το ΣτΕ για τον αποχαρακτηρισμό της έκτασηςΗ απόφαση του ΣτΕ αναδεικνύει πάντως ότι η μη άσκηση αντιρρήσεων δεν σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης χάνει κάθε δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς αναγνωρίζει ότι μπορεί να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης στον ανώτατο δικαστήριο, με επίκληση διοικητικών πράξεων και άλλων νομικών στοιχείων, που δεν απαιτούν τεχνική αξιολόγηση της βλάστησης. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν οικοδομικές άδειες, έγγραφα δασικών υπηρεσιών, πράξεις Πολεοδομίας και άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν πώς αντιμετωπιζόταν διοικητικά το ακίνητο. Παράλληλα στη νέα απόφαση υπογραμμίζεται ότι το ίδιο το ΣτΕ δεν κρίνει οριστικά ότι η έκταση είναι μη δασική αναφέροντας ότι όταν τα προσκομιζόμενα στοιχεία κλονίζουν την αιτιολογία της κύρωσης, το Δικαστήριο «την ακυρώνει, κατά το μέρος που αφορά το επίδικο ακίνητο, και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση». Η Διοίκηση οφείλει στη συνέχεια να εξετάσει εκ νέου τον δασικό ή μη χαρακτήρα της έκτασης και να αναμορφώσει κατάλληλα τον δασικό χάρτη. Επανεξέταση της υπόθεσης με αεροφωτογραφίες και τοπογραφικάΣτην υπόθεση της Παλλήνης το ΣτΕ παρέπεμψε ρητά στη δυνατότητα να συνεκτιμηθούν και άλλα στοιχεία κατά την επανεξέταση από τη Διοίκηση. Η απόφαση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι μπορούν να προσκομιστούν «αεροφωτογραφίες, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ.», ώστε η Διοίκηση να κρίνει εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Η τελική κρίση για την εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία επιστρέφει επομένως στη Διοίκηση. Η εξαίρεση περιορίζεται στην αναγκαία επιφάνειαΑκόμη και όταν γίνει δεκτό ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης, αυτή δεν αφορά υποχρεωτικά ολόκληρο το ακίνητο. Η νέα απόφαση του ΣτΕ είναι απολύτως συγκεκριμένη: η εξαίρεση μπορεί να αφορά «μόνον κατά την απολύτως αναγκαία επιφάνειά της για την εφαρμογή της οικοδομικής άδειας». Αυτό σημαίνει ότι μία άδεια για συγκεκριμένο κτίσμα μέσα σε μεγάλη έκταση δεν συνεπάγεται αυτόματα εξαίρεση ολόκληρου του γηπέδου από τη δασική νομοθεσία. Διαφορετικό καθεστώς για άδειες πριν το 1975Για τις οικοδομικές άδειες που είχαν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, η νομολογία του ΣτΕ είναι διαφορετική και σαφώς ευνοϊκότερη για τον ιδιοκτήτη. Με τη ΣτΕ 1935/2025 κρίθηκε ότι εκτάσεις οι οποίες είχαν νομίμως απολέσει τον δασικό χαρακτήρα τους πριν από την 11η Ιουνίου 1975, βάσει διοικητικών πράξεων που καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν μπορούν σήμερα να χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ούτε μέσω της διαδικασίας κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε έκταση 143 τ.μ., όπου είχαν ανεγερθεί με άδειες προ του 1975 ισόγεια κτίσματα – αποθήκη και πατητήρι – για τη λειτουργία οινοποιείου. Οι άδειες δεν είχαν ανακληθεί ή ακυρωθεί. Το ΣτΕ έκρινε ότι η Διοίκηση όφειλε να λάβει υπόψη τις άδειες αυτές και να εξετάσει εάν η έκταση έπρεπε να εξαιρεθεί από τη δασική νομοθεσία. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται ακριβώς στη χρονική τομή του 1975. Οι προγενέστερες νόμιμες διοικητικές πράξεις μπορούν να αποδεικνύουν ότι η έκταση είχε ήδη νομίμως αλλάξει χαρακτήρα πριν από τη συνταγματική ενίσχυση της προστασίας των δασών. Αντίθετα, για τις άδειες μετά το 1975 εφαρμόζεται το αυστηρότερο πλαίσιο του άρθρου 24 του Συντάγματος και απαιτείται πρόσθετη τεκμηρίωση. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως ισχύει ένα βασικό όριο, ότι η εξαίρεση μπορεί να αφορά μόνο την απολύτως αναγκαία επιφάνεια που συνδέεται με την εφαρμογή της συγκεκριμένης οικοδομικής άδειας και όχι αυτομάτως ολόκληρη την ιδιοκτησία. ΣτΕ 1157/2026: οικοδομική άδεια που εκδόθηκε μετά το 1975 δεν αρκεί από μόνη της για εξαίρεση από τη δασική νομοθεσία ΣτΕ 1935/2025: Νομιμοποιημένες οικοδομές πριν το 1975 δεν μπορούν να εμφανίζονται ως «δάση» πηγή ecopress.gr
View full Άρθρου
Recommended Comments
Δημιουργήστε έναν λογαριασμό ή συνδεθείτε για να σχολιάσετε